Εβδομήντα (70) χρόνια συμπληρώνονται την Κυριακή 6 Ιουλίου
από την αποφράδα ημέρα που οι Ναζί κατάκαιαν απ’ άκρη σ’ άκρη το Ψάρι
και εκτελούσαν με πρωτοφανές μίσος τους 5 συγχωριανούς μας που τους
αγνόησαν και δεν εγκατέλειψαν το χωριό.
Δυστυχώς μόλις πρόσφατα η Ελληνική Πολιτεία μέσω της συσταθείσας «ειδικής επιτροπής» για δεύτερη φορά δεν αναγνώρισε στο Ψάρι το δικαίωμα να χαρακτηριστεί ως «μαρτυρικό χωριό», μια αναγνώριση που θα ήταν άλλωστε απλά τιμητική… Λυπούμαστε πραγματικά και για το γεγονός τη μη αναγνώρισης, αλλά περισσότερο γιατί τα κριτήρια που θέτει ο νόμος για τις αναγνωρίσεις τηρήθηκαν κατά καιρούς, σύμφωνα με τις προσωπικές επιθυμίες κάποιων, αλλά και σύμφωνα με τις πολιτικές παρεμβάσεις που έγιναν… Κάποια πράγματα σ’ αυτή τη χώρα φαίνεται πως δεν θα αλλάξουν ποτέ…
Ελπίζουμε (και προτείνουμε) ο Ιερέας του χωριού μας π. Ευάγγελος Νάκος, η Εκκλησιαστική Επιτροπή το Τοπικό συμβούλιο αλλά και οι σύλλογοί μας να προγραμματίσουν άμεσα ένα μνημόσυνο για τους αδικοχαμένους 5 συγχωριανούς μας θύματα των ναζί αλλά και για τους προγόνους μας που έζησαν αυτή τη θηριωδία … Είναι νομίζουμε το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε ως χωριό για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης !
Ένα δεκάχρονο (εκείνη την εποχή) παιδί που έζησε τα γεγονότα, αποτύπωσε με γλαφυρότητα και συγκίνηση σε ένα ποίημα αυτή τη αποφράδα ημέρα. Δημοσιεύουμε για πρώτη φορά αυτό το υπέροχο ποίημα που τολμούμε να πούμε πως θα μπορούσε να αποτυπωθεί σ’ ένα μαρμάρινο μνημείο ανάμνησης εκείνης της μέρας.

Στην περιοχή της Αλέας, κάπου ανάμεσα στα χωριά Εξοχή κι Άγιος Νικόλαος.
Καμιά δεκαριά οικογένειες Ψαριωτών, πάνω από πενήντα – εξήντα άτομα – έτοιμες να ανεβούμε στα βουνά, αν μας ακολουθούσε ο εχθρός.
Την ημέρα εκείνη καίγονταν τέσσερα χωριά Ψάρι, Καλλιάνοι, Σκοτεινή και Ντούσια (Κεφαλάρι).
(Το ποίημα γράφτηκε στα 1955, είκοσι χρονών τότε, πρωτοετής φοιτητής της Νομικής Σχολής).
Πάντα με ακολουθούσαν – και με κυνηγούν μέχρι σήμερα – οι φρικιαστικές εικόνες της πυρπόλησης του χωριού μας.
Κι ως οφειλόμενο φόρο τιμής επιχείρησα μια ποιητική καταγραφή των γεγονότων και των εικόνων εκείνης της αποφράδας ημέρας. Τότε που άνομα, βέβηλα και ματωμένα χέρια, άρπαξαν τον πυρσό, ως άλλοι Νέρωνες και Ηρόστρατοι και περιέτρεχαν τους δρόμους του χωριού μας, ανάβοντας φωτιές σε κάθε σπίτι, ώσπου όλο το χωριό, μαζί με τα τρία θημωνοστάσια – κάπου πεντακόσιες χιλιάδες δεμάτια σιτάρι στα αλώνια (η πιο καρπερή χρονιά!) – μετατράπηκαν σε ένα απέραντο καμίνι, όπου για τρεις ημέρες καίγονταν τα πάντα.
Αν το χωριό μας το παλιό κάηκε, τα δεκάχρονα παιδιά της εποχής εκείνης επέζησαν – κι ο εχθρός έγινε στάχτη στο καμίνι της Ιστορίας. –
Δυστυχώς μόλις πρόσφατα η Ελληνική Πολιτεία μέσω της συσταθείσας «ειδικής επιτροπής» για δεύτερη φορά δεν αναγνώρισε στο Ψάρι το δικαίωμα να χαρακτηριστεί ως «μαρτυρικό χωριό», μια αναγνώριση που θα ήταν άλλωστε απλά τιμητική… Λυπούμαστε πραγματικά και για το γεγονός τη μη αναγνώρισης, αλλά περισσότερο γιατί τα κριτήρια που θέτει ο νόμος για τις αναγνωρίσεις τηρήθηκαν κατά καιρούς, σύμφωνα με τις προσωπικές επιθυμίες κάποιων, αλλά και σύμφωνα με τις πολιτικές παρεμβάσεις που έγιναν… Κάποια πράγματα σ’ αυτή τη χώρα φαίνεται πως δεν θα αλλάξουν ποτέ…
Ελπίζουμε (και προτείνουμε) ο Ιερέας του χωριού μας π. Ευάγγελος Νάκος, η Εκκλησιαστική Επιτροπή το Τοπικό συμβούλιο αλλά και οι σύλλογοί μας να προγραμματίσουν άμεσα ένα μνημόσυνο για τους αδικοχαμένους 5 συγχωριανούς μας θύματα των ναζί αλλά και για τους προγόνους μας που έζησαν αυτή τη θηριωδία … Είναι νομίζουμε το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε ως χωριό για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης !
Ένα δεκάχρονο (εκείνη την εποχή) παιδί που έζησε τα γεγονότα, αποτύπωσε με γλαφυρότητα και συγκίνηση σε ένα ποίημα αυτή τη αποφράδα ημέρα. Δημοσιεύουμε για πρώτη φορά αυτό το υπέροχο ποίημα που τολμούμε να πούμε πως θα μπορούσε να αποτυπωθεί σ’ ένα μαρμάρινο μνημείο ανάμνησης εκείνης της μέρας.

6 ΙΟΥΛΙΟΥ 1944
(πριν από εβδομήντα χρόνια)
τι είδαν και πως είδαν τα δεκάχρονα παιδιά της εποχής εκείνης την πυρπόληση του χωριού μας.
(πριν από εβδομήντα χρόνια)
τι είδαν και πως είδαν τα δεκάχρονα παιδιά της εποχής εκείνης την πυρπόληση του χωριού μας.
Στην περιοχή της Αλέας, κάπου ανάμεσα στα χωριά Εξοχή κι Άγιος Νικόλαος.
Καμιά δεκαριά οικογένειες Ψαριωτών, πάνω από πενήντα – εξήντα άτομα – έτοιμες να ανεβούμε στα βουνά, αν μας ακολουθούσε ο εχθρός.
Την ημέρα εκείνη καίγονταν τέσσερα χωριά Ψάρι, Καλλιάνοι, Σκοτεινή και Ντούσια (Κεφαλάρι).
(Το ποίημα γράφτηκε στα 1955, είκοσι χρονών τότε, πρωτοετής φοιτητής της Νομικής Σχολής).
Πάντα με ακολουθούσαν – και με κυνηγούν μέχρι σήμερα – οι φρικιαστικές εικόνες της πυρπόλησης του χωριού μας.
Κι ως οφειλόμενο φόρο τιμής επιχείρησα μια ποιητική καταγραφή των γεγονότων και των εικόνων εκείνης της αποφράδας ημέρας. Τότε που άνομα, βέβηλα και ματωμένα χέρια, άρπαξαν τον πυρσό, ως άλλοι Νέρωνες και Ηρόστρατοι και περιέτρεχαν τους δρόμους του χωριού μας, ανάβοντας φωτιές σε κάθε σπίτι, ώσπου όλο το χωριό, μαζί με τα τρία θημωνοστάσια – κάπου πεντακόσιες χιλιάδες δεμάτια σιτάρι στα αλώνια (η πιο καρπερή χρονιά!) – μετατράπηκαν σε ένα απέραντο καμίνι, όπου για τρεις ημέρες καίγονταν τα πάντα.
Αν το χωριό μας το παλιό κάηκε, τα δεκάχρονα παιδιά της εποχής εκείνης επέζησαν – κι ο εχθρός έγινε στάχτη στο καμίνι της Ιστορίας. –
(Ακολουθεί το ποίημα)
Άγουρα παιδιά για βαρύ κλάμα
Ήταν ημέρα αποφράς σε χρόνο μισεμένο
τότε που η αντάρα κι ο καπνός σαν νέφη αναδευόσαν
και τα κλεμμένα όνειρα στο χώμα πεταμένα
Ο ήλιος ματοστάλαχτος πρόβαλε την αυγούλα
κι ο ματωμένος κάμπος μας απέραντο σφαγείο
Μες στο θρασύ λουλούδιασμα, στ’ ανάβρυσμα της νιότης
στη θεριεμένη χλόη μας, στο σήκωμα της πάχνης
τα σήμαντρα ξεσπάγανε σε μολυβένιους ήχους
λαλώντας ανερμήνευτα το πλέριο λαυροκόπι
Έβαζε ο οχτρός το σίδερο στην πυρωμένη λαύρα
κι ανάλειωνε ως πρόσωπο μες στου ηλιού την πύρα
Καίνε τ’ απάνω τα χωριά καίνε τ’ απάνω αλώνια...
Μόνα χωριά παντέρημα, στάρι γεμάτο αλώνια
κι εμείς χιλιόμετρα μακριά λίγης ζωής συνάχτες
Τ’ αητού το ψηλοπέταμα του σπουργιτιού το κρέας
της πορφυρής τριανταφυλλιάς το μεστωμένο χρώμα
και του κισσού το τύλιγμα στα αιωνόβια ελάτια
είχαν δεθεί τα σύνεργα καθημερνού σκοπού μας
Εμάς της πρώτης άνθησης – παιδιά δέκα χρονώνε! –
έλαχε ο κλήρος, η φωτιά να’ ρθη στα μάτια πρώτη
Καίνε τ’ απάνω τα χωριά καίνε τ’ απάνω αλώνια...
και οι μαυροντυμένες νιές ακλούθαγαν τον θρήνο
των γριάδων, που μοιριόλογαν της συμφοράς τους πόνους
Τόσων χρονών αδιάκοποι κόποι γενήκαν στάχτη...
Και μεις εσυναχτήκαμε τα ξόβεργα πετώντας
της κόκκινης τριανταφυλιάς τα χρώματα ξεχνώντας
και κάναμε περίγυρο και φτιάξαμε αλώνι
και μεις το κλάμα αρχίσαμε – παιδιά δέκα χρονώνε!
κλαίγοντας τ’ αναπάντεχο της συμφοράς τροπάρι
Το ίδιο κλάμα αρχίσαμε σαν γριάς το μοιρολόϊ
παιδιά της λαύρας θρέμματα και του καπνού μανάρια
της κόκκινης τριανταφυλλιάς αχώριστοι συντρόφοι
τ’ αητού και μείς ταξιδευτές και κλέφτες των ονείρων
τ’ αθώου ματιού μας παίδεμα και στέγνωμα ως κόμπο
παιδιά μιας φρίκης άγουρα – παιδιά δέκα χρονώνε!
Γιώργος Δούρος
